ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ » ΚΡΙΤΙΚΕΣ



Η καθοσίωση του έρωτα

Η καθοσίωση του έρωτα

(Ιωσήφ Βεντούρας, Άσμα Ασμάτων – το εβραϊκό κείμενο και οι ερμηνείες του, Εκδόσεις Νίκας, Αθήνα 2021)

Γιάννης Στρούμπας

         

Το Άσμα ασμάτων, το κορυφαίο απ’ όλα τα τραγούδια, καταπώς επιγράφεται, αποτελεί διαχρονικά ένα από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης το οποίο προσελκύει το ενδιαφέρον μελετητών κι αναγνωστών. Μεταφράσεις του στη νέα ελληνική έχουν εκπονηθεί από πολλούς, μεταξύ των οποίων ο Γιώργος Σεφέρης, ο Μιχάλης Γκανάς κι ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Τη δική του μεταφραστική εκδοχή μας παραδίνει ο ποιητής Ιωσήφ Βεντούρας, σε μια έκδοση που διεκδικεί τον προσωπικό της λόγο ύπαρξης. Ο Βεντούρας αιτιολογεί την αναγκαιότητα της έκδοσης σημειώνοντας ότι η παρούσα μετάφραση γίνεται απευθείας από τα εβραϊκά στα νέα ελληνικά κι όχι από το κείμενο των εβδομήκοντα· ότι η μετάφραση παραβάλλεται στο πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο, που μάλιστα συνοδεύεται από την απόδοση της προφοράς του στα νέα ελληνικά· ότι πρόκειται για μετάφραση πιστή, η οποία «χαλαρώνει» μόνο για μετρικούς λόγους, όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση της αντιμετάθεσης λέξεων σε σχέση με το πρωτότυπο· κι ότι αναμετριέται με δυσκολίες όπως οι μεταφραστικές των άπαξ λεγομένων.

Ο Βεντούρας, προτού παραδώσει τη μετάφρασή του στους αναγνώστες, τους κατατοπίζει προσκομίζοντας ερμηνευτικές πληροφορίες για το διάσημο ποίημα. Επισημαίνει την καθαρότητα του ερωτικού πόθου στο Άσμα ασμάτων. Αναφορικά με τον συγγραφέα του ποιήματος, ο Βεντούρας προσκομίζει την αντίληψη των Εβραίων μυστικιστών που το αποδίδουν στον βασιλιά Σολομώντα, ενώ ο ίδιος υιοθετεί την άποψη ότι συγγραφέας του ποιήματος είναι μια γυναίκα. Στο πλαίσιο της πληθώρας ερμηνειών επί του έργου, επιχειρείται στην εισαγωγή του τόμου μια μεστή περιήγηση από την ερμηνεία του εβραϊκού μυστικισμού και τη ραββινική, μέχρι τη ρεαλιστική και τη φεμινιστική ανάγνωση. Ειδικά για την κεντρική ηρωίδα επισημαίνονται οι προσεγγίσεις που την αντιμετωπίζουν ως σύμβολο της ψυχής του Σολομώντα ή του ίδιου του Ισραήλ, ενώ παρουσιάζονται και οι ερμηνείες που ανακαλύπτουν στο ποίημα τόσο καθετί γήινο όσο και πνευματικό: την ομορφιά της φύσης, την εναλλαγή των εποχών, το γονιμοποιό σπέρμα αναγέννησης της ζωής, την κυκλικότητα του θανάτου και την ανάσταση της φύσης.

Το γενικό ερμηνευτικό πλαίσιο που παρουσιάζει ο Βεντούρας, ενισχύεται στην έκδοσή του από ξεχωριστή ενότητα όπου τα ερμηνευτικά σχόλια συγκεκριμενοποιούνται επί των στίχων του ποιήματος. Μεταξύ των σχολίων, διακριτή ομάδα συνιστούν όσα επιχειρούν ερμηνείες με αναγωγή του περιεχόμενου των στίχων σε θρησκευτικούς συμβολισμούς. Έτσι, στον στίχο «δροσερή είναι η κλίνη μας», το κρεβάτι ερμηνεύεται ως μεταφορά του ναού. Ή στον στίχο «ο λαιμός σου πύργος του Δαβίδ», ο λαιμός εκλαμβάνεται ως σύμβολο του απρόσβλητου, της καθαρότητας, της παρθενίας· ή, ακόμη, της στάσης που παίρνουν οι πιστοί μέσα στον ναό· ή της ομορφιάς της δημιουργίας. Η προσέγγιση αυτή διευκολύνει την κατανόηση της αντιμετώπισης του Άσματος ως του ιερότερου απ’ όλα τα ιερά κείμενα, τη στιγμή ωστόσο που εντυπωσιάζει επίσης, εφόσον αναλογιστεί κανείς τον τολμηρότατο ερωτικό του χαρακτήρα.

Ο συγκεκριμένος ερωτικός χαρακτήρας είναι τόσο επιβλητικός, ώστε να περιλαμβάνονται εκ των πραγμάτων στις ερμηνείες του ποιήματος και οι ερωτικές. Το αμπέλι και ο αγρός ερμηνεύονται ως σεξουαλικά σύμβολα. Το ίδιο και η ροδιά («ο κόλπος σου πάρκο με ροδιές»), για την οποία διευκρινίζεται ότι ιδίως οι Σουμέριοι τη θεωρούσαν σύμβολο σεξουαλικό. Και, βέβαια, παράλληλα με τον έρωτα μπορεί να κινείται η αμαρτία, γι’ αυτό και ο Βεντούρας, παρουσιάζοντας την ερμηνεία του στίχου «μαύρη είμαι και ωραία», δεν σημειώνει μόνο τη θρησκευτική διάσταση στο παρελθόν του Μωυσή, που είχε παντρευτεί γυναίκα από την Αιθιοπία, αλλά παραθέτει και την ερμηνεία του Ωριγένη σύμφωνα με την οποία η ηρωίδα χαρακτηρίζεται μαύρη επειδή έχει αμαρτήσει.

Το άκρως ενδιαφέρον στοιχείο στην επεξεργασία των παραδεδομένων ερμηνειών από τον Βεντούρα εντοπίζεται στον συνδυασμό των ερμηνευτικών παραδόσεων. Ήδη σχολιάστηκε η αντιπαραβολή της ερμηνείας θρησκευτικής υφής για την αμαρτωλή «μαύρη» ηρωίδα με τη ρεαλιστική ερμηνεία της σκουρόχρωμης γυναίκας από την Αιθιοπία. Οι στίχοι «ιδού ωραία είσαι/ περιστέρια είναι τα μάτια σου» προσφέρουν άλλο ένα παράδειγμα παράλληλης συνύπαρξης ερμηνειών, καθώς το περιστέρι που δεν εγκαταλείπει τον σύντροφό του, ως σύμβολο του Ισραήλ φέρεται να υπονοεί σε θρησκευτικό ερμηνευτικό πλαίσιο ότι ο εβραϊκός λαός δεν εγκαταλείπει τον Κύριο· ταυτόχρονα, το περιστέρι, ως ιερό πουλί της Αφροδίτης, της θεάς του σαρκικού έρωτα, αποκτά ερμηνευτικά και διάσταση ερωτική.

Πέρα από τις ερμηνείες που παρέχει, ωστόσο, στον αναγνώστη η μακρά παράδοση των ερμηνευτικών του προσεγγίσεων, το ίδιο το ποίημα δεν παύει να προσφέρεται στον αναγνώστη για τις προσωπικές του προσλήψεις. Και στίχοι όπως «ο κόλπος σου πάρκο είναι με ροδιές/ με φρούτα γευστικά», «είπα θ’ ανεβώ στη χουρμαδιά/ θ’ αρπάξω τα κλαδιά της/ τα βυζιά σου είναι σαν αμπελιού τσαμπιά/ και τ’ άρωμα του αιδοίου σαν των μήλων» ή «στον εραστή μου ανήκω/ κι ο πόθος του είναι για εμένα» δεν αφήνουν περιθώρια για υποβάθμιση του ερωτικού χαρακτήρα του ποιήματος. Η τόλμη των εικόνων, όπως στους στίχους «τα δυο βυζιά σου ελαφάκια είναι/ δίδυμα γαζέλας/ που βόσκουνε στα κρίνα», ή το ερωτικό προσκλητήριο στους στίχους «ιδού ωραίος είσαι αγάπη μου/ χαριτωμένος/ δροσερή είναι η κλίνη μας» αποθεώνουν τον έρωτα. Ίσως, δηλαδή, η θρησκευτική διάσταση, την οποία υιοθετούν κάποια από τα ερμηνευτικά σχήματα, να εντοπίζεται εντέλει στην καθοσίωση του έρωτα.

Οι αναλογίες του ποιητικού κειμένου διανοίγουν επίσης λεωφόρους συνειρμών. Ο στίχος «ο λαιμός σου πύργος του Δαβίδ» δεν αποδίδει μόνο την ομορφιά ενός ψηλού λαιμού αλλά την αρχοντιά και τη μεγαλοπρέπεια όπου παραπέμπει ο Δαβίδ. Η ίδια αρχοντιά δηλώνεται στις παρομοιώσεις «όμορφη είσαι γυναίκα μου όπως η Τιρτσά/ αρεστή όπως η Ιερουσαλήμ/ φοβερή όπως τρόπαια», καθώς η ηρωίδα παραλληλίζεται με τις σημαντικότερες εβραϊκές πόλεις αλλά και με εντυπωσιακά πολεμικά λάφυρα. Οι αναλογίες απογειώνονται με τη συνδρομή τολμηρών εικόνων, όπως στους στίχους «όπως η μηλιά στα δέντρα του δάσους/ είναι ο εραστής μου ανάμεσα στους νιους/ στη σκιά του επιθύμησα κι έκατσα/ κι ο καρπός του γλυκός στον ουρανίσκο μου».

Ακόμη και η ποιμενική διάσταση του Άσματος ενισχύει τον ερωτικό του χαρακτήρα, καθώς το εντάσσει στη μακρά χορεία λογοτεχνικών κειμένων που πραγματεύονται με κομψότητα τον έρωτα εντός ποιμενικών σκηνικών: «με φοράδα μου αναμεσίς στο ιππικό του Φαραώ/ μοιάζεις αγάπη μου»· «ίδιος με γαζέλα ο ερωμένος μου/ ή με ελάφι μοιάζει»· «αν δεν το γνωρίζεις/ ομορφότερη των γυναικών/ ακολούθα τα χνάρια των προβάτων/ και βόσκα τα μικρά κατσίκια/ (κοντά) στις καλύβες των ποιμένων».

Ο πασιφανής τούτος ερωτικός χαρακτήρας του ποιήματος οδηγεί και τον ίδιο τον Βεντούρα στην προσωπική του διαπίστωση ότι οι αλληγορικές ερμηνείες του Άσματος συγκεντρώνουν ενστάσεις, εμφανίζονται πολύ όψιμα, στους ελληνιστικούς χρόνους, και συχνά παραμένουν αθεμελίωτες. Όπως εύστοχα συνοψίζει ο συγγραφέας, «η προσπάθεια αλληγορικής προσέγγισης του Άσματος είναι εξαιρετικά δύσκολο να υποστηριχθεί από το κείμενο με συνέπεια, και γι’ αυτό εκείνοι που ακολουθούν μια παρόμοια ανάγνωση, αναγκάζονται να δίνουν σε πολλούς στίχους ιδιαίτερα αθεμελίωτες ερμηνείες». Κι όπως διαπιστώνει κι ο καθηγητής Σάββας Αγουρίδης, στο Άσμα ούτε ο Θεός κατονομάζεται, ενώ και οι ερωτικές αναφορές του είναι ιδιαίτερα αισθησιακές.

Οι παραπάνω εύλογες διαπιστώσεις συναντούν ίσως και τη σκέψη του σύγχρονου αναγνώστη που προσεγγίζει το ποίημα. Γιατί, βέβαια, είναι ζήτημα κατά πόσον ένας αναγνώστης, ακόμη και με ισχυρή κριτική συνείδηση, θα μπορούσε, χωρίς τις ερμηνευτικές διαμεσολαβήσεις, να προσλάβει το Άσμα στην όποια θρησκευτική του διάσταση. Η δύναμη του ποιήματος εντοπίζεται αναμφίβολα στον αισθησιασμό του, στους συνειρμούς και την ποικιλία των συσχετισμών που προκαλεί, στις εικόνες της αγνής επαφής με τη φύση, που ενισχύουν τον ερωτισμό και την ποιητικότητά του. Τα ποιοτικά αυτά στοιχεία είναι ήδη αρκετά, πέρα από τις όποιες αλληγορικές, βάσιμες ή αβάσιμες, προσεγγίσεις, για να ερμηνεύσουν την αξία του Άσματος και να δικαιολογήσουν και την πρόθεση του Βεντούρα να συμβάλει κι ο ίδιος στην επαναφορά του ποιήματος στο προσκήνιο μέσα από την προσωπική του αυτή έκδοση.

(Τα Ποιητικά, τχ. 45, Απρίλιος/Ιούνιος 2022, σελ. 8)

 
 
 

Copyright © Ιωσήφ Βεντούρας - Με την επιφύλαξη παντός νόμιμου δικαιώματος. | Developed by Hyper Center